Αγχώδεις Διαταραχές

ANXIETY PANIC MODIFY PHOTO juliana-malta-1446851-unsplash (22).jpg
 
 

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, η Αγχώδης Διαταραχή αποτελεί χρόνια νόσο και σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την μετέπειτα εμφάνιση της Μείζονος Κατάθλιψης και άλλων σοβαρών ψυχικών διαταραχών, ενώ εάν ο άνθρωπος που υποφέρει δεν ξεκινήσει θεραπεία (συνεδρίες διερεύνησης της διαταραχής του άγχους και φαρμακευτική αγωγή), μπορεί να σχετιστεί και με σωματικές ασθένειες, όπως για παράδειγμα το στομαχικό έλκος (Kessler & Greenberg, 2002). Σύμφωνα με μια διεθνή μετά-αναλυτική μελέτη (μετα-αναλυτική μελέτη: μελέτη που ανέλυσε τα στατιστικά αποτελέσματα πολλών προυπάρχοντων μελετών στο θέμα, που πληρούσαν συγκεκριμένα ποιοτικά κριτήρια), ο συνολικός επιπολασμός αγχωδών διαταραχών σε διαστήματα δώδεκα μήνες και δια βίου εκτιμάται ότι είναι 10,6% και 16,6% αντίστοιχα (Somers, Goldner, Waraich & Hsu, 2006). Ο κίνδυνος για τις γυναίκες είναι διπλάσιος απ’ ότι για τους άνδρες, με αναλογία 1,9:1 (Remers, Brayne, van der Linde & Lafortune, 2016).

Οι αγχώδεις διαταραχές εκδηλώνονται σε πολύ πρώιμο στάδιο, με μέση ηλικία εμφάνισης κάτω των 15 ετών, ενώ ο επιπολασμός αυξάνεται απότομα μεταξύ των νέων ηλικιών (Remes, Brayne, van der Linde & Lafortune, 2016, Kessler & Greenberg, 2002). Εκτιμάται ότι μόνο το 13,3% του πληθυσμού που πάσχει από αγχώδεις διαταραχές λαμβάνει αποτελεσματική θεραπεία ή θεραπεία σε πρώιμο στάδιο, ενώ στην πλειοψηφία των περιπτώσεων που αφορούν παιδιά και νέους, οι Αγχώδεις Διαταραχές μένουν χωρίς αντιμετώπιση μέσω αγωγής για χρονικό διάστημα περίπου μίας δεκαετίας (Kessler & Greenberg, 2002).

Οι άνθρωποι νιώθουν φόβο ή άγχος σε μεγάλο εύρος αγχωτικών περιπτώσεων που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν στην καθημερινή τους ζωή. Ωστόσο, οι Αγχώδεις Διαταραχές χαρακτηρίζονται από αφύσικη ανησυχία, άγχος, υπερδιέγερση και υπερβολικό φόβο, ενώ περιλαμβάνουν συγκεκριμένη και επιμένουσα συμπτωματολογία που διαρκεί μερικούς μήνες και επηρεάζει αισθητά τις καθημερινές δραστηριότητες και συμπεριφορές όσων πάσχουν από αυτές. Οι Αγχώδεις Διαταραχές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την Ειδική Φοβία, την Διαταραχή Πανικού, την Αγοραφοβία, την Διαταραχή Κοινωνικού Άγχους και την Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή, οι οποίες διαφέρουν στον τύπο των αντικειμένων και καταστάσεων που προκαλούν άγχος, καθώς και διαφέρουν στις σχετιζόμενες γνωσιακές επαγωγές και διαστρεβλώσεις (DSM-5, American Psychiatric Association, 2013).

Τα συμπτώματα της αγχώδους διαταραχής περιλαμβάνουν τον διαρκή φόβο, το συνεχές άγχος και συμπεριφορές αποφυγής, ενώ υπάρχουν και σωματικά συμπτώματα, όπως τρέμουλο, ρίγος, ταχυκαρδία/δυνατούς καρδιακούς παλμούς, δύσπνοια, εφίδρωση, ζαλάδα, αίσθημα πνιγμού, πόνο στο στήθος, παραισθησία (μούδιασμα, ‘μυρμήγκιασμα’, πάγωμα, κάψιμο) και αποπραγματοποίηση (derealisation: αίσθηση ότι μία κατάσταση, εμπειρία κλπ είναι σαν μη πραγματική, σαν να μην συμβαίνει στα αλήθεια) (DSM-5). Η αξιολόγηση των συμπτωμάτων και η διάγνωση των Αγχωδών Διαταραχών απαιτεί κλινική εξειδίκευση στον τομέα της ψυχικής υγείας. Η θεραπεία περιλαμβάνει ψυχοθεραπεία και άλλες ψυχολογικές παρεμβάσεις και φαρμακοθεραπεία.

Βιβλιογραφία

American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical

manual of mental disorders (5th ed.) Washington, DC; London, England: American Psychiatric Publishing.

Kessler, R. C., and Greenberg, P. E. (2002) The economic burden of anxiety and stress disorders. In Davis, K. L., D. S. Charney, J. T. Coyle and C.

Nemeroff (eds.), Neuropsychopharmacology: The fifth generation of progress (pp. 981-992).  Lippincott Williams & Wilkins, Philadelphia.

Remes, O., Brayne, C., van der Linde, R. & Lafortune, R. (2016). A systematic review of reviews on the prevalence of anxiety disorders in adult populations. Brain and Behavior, 6(7). doi: 10.1002/brb3.497

 

 
 

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, η Αγχώδης Διαταραχή αποτελεί χρόνια νόσο και εάν ο άνθρωπος που υποφέρει δεν ξεκινήσει θεραπεία (συνεδρίες διερεύνησης της διαταραχής του άγχους και φαρμακευτική αγωγή) τοτε ειναι πολυ πιθανη η εμφάνιση Κατάθλιψης αλλα και ασθένειων, όπως για παράδειγμα το στομαχικό έλκος (Kessler & Greenberg, 2002).